Εδώ και μερικούς μήνες βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο της επικαιρότητας και της καθημερινότητας το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Πέραν πάσης αμφιβολίας όσα συνέβησαν για πολλά χρόνια στη Μονή Βατοπεδίου με την ενεργή εμπλοκή υψηλών πολιτικών προσώπων και της τωρινής κυβέρνησης καθώς και παλαιότερων κυβερνήσεων αποτελούν ένα ισχυρότατο πλήγμα στα θεμέλια ενός ήδη σαπισμένου, φθαρμένου και αναξιόπιστου πολιτικού συστήματος, όπως αυτό που κυριαρχεί εδώ και καιρό στην Ελλάδα. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι καθόλη τη διαδικασία της εξελικτικής πορείας του συγκεκριμένου σκανδάλου, η οποία διαφαίνεται ότι θα φτάσει στο τερματισμό της αμέσως μετά το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής και την αναμενόμενη (;) καταδίκη της κομπανίας του ξακουστού πλέον ηγούμενου Εφραίμ, σημειώθηκαν (και σημειώνονται μέχρι αυτή τη στιγμή) στη χώρα μας μια σειρά από γεγονότα στα οποία, όπως δυστυχώς συμβαίνει αρκετές φορές, δεν δόθηκε η δέουσα σημασία και βαρύτητα. Το πιο χαρακτηριστικό και ποιο σημαντικό (μέχρι το επόμενο) ίσως παράδειγμα αποτελούν τα όσα διαδραματίστηκαν πριν από μερικές εβδομάδες στον Άγιο Παντελεήμονα της Αθήνας. Αναφέρομαι φυσικά στη διαδήλωση που πραγματοποίησαν οι κάτοικοι το Αγ. Παντελεήμονα ως αντίδραση στην γκετοποίηση της περιοχής από αλλοδαπούς μετανάστες καθώς και στην αντίστοιχη που πραγματοποίησαν ορισμένοι Αφγανοί μετανάστες, εναντίον της οποίας στράφηκαν με ιδιαίτερα απειλητικές διαθέσεις και οργισμένα επεισόδια μέλη γνωστής εθνικιστικής οργάνωσης. Μετά τα όσα έγιναν στον Αγ. Παντελεήμονα κάποιοι, όπως σχεδόν έκαναν πάντα, επέλεξαν να ακολουθήσουν τον «ασφαλή» δρόμο της σιωπής. Κάποιοι άλλοι, ελέω Βατοπεδίου και οικονομικής κρίσης, προτίμησαν να το αγνοήσουν ή τουλάχιστον να το υποβαθμίσουν θεωρώντας το ως μονάχα ένα μεμονωμένο γεγονός. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι, ομολογουμένως λίγοι, που εξέφρασαν απλά τον προβληματισμό τους για την διαμορφωθείσα κατάσταση, ενισχύοντας τον με εντελώς ανούσιες και γλυκανάλατες κορώνες υποτιθέμενης αγωνίας.
Στην πραγματικότητα, όμως, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αποπειράθηκαν να αναζητήσουν τα γενεσιουργά αίτια του ζητήματος και πολύ περισσότερο να προτείνουν ενδεχόμενες λύσεις. Το μόνο δεδομένο, πάντως, είναι ότι όσα συνέβησαν στον Άγιο Παντελεήμονα μόνο ως τυχαία δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και να θεωρηθούν αφού έφεραν με τον χειρότερο τρόπο στην επιφάνεια ένα ζήτημα και ένα φαινόμενο, το οποίο εδώ και χρόνια τόσο η ελληνική πολιτεία όσο και η ίδια η ελληνική κοινωνία αρνείται να κοιτάξει κατάματα και πολύ περισσότερο καθυστερεί χαρακτηριστικά να αναζητήσει μια ικανοποιητική έστω φόρμουλα καταπολέμησης του μεγέθους εξάπλωσης του που συνεχίζεται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Το εν λόγω ζήτημα έχει να κάνει φυσικά με την συνύπαρξη και την συμβίωση ανάμεσα στους Έλληνες ημεδαπούς και τους ξένους-αλλοδαπούς (λαθρο)μετανάστες αλλά και με την απορρόφηση και την αποδοχή των μεταναστών από την ελληνική κοινωνία. Ειδικά, μάλιστα, από τη στιγμή που στη δεκαετία που διανύουμε και πλησιάζει πια στο τέλος της, ο αριθμός των αλλοδαπών (λαθρο)μεταναστών έχει αυξηθεί κατακόρυφα (υπολογίζεται ότι ξεπερνά το 1,5 εκατομμύριο) σε συνδυασμό και με την (δικαιολογημένη μέχρι ενός σημείου) εκφρασμένη καχυποψία της πλειονότητας των Ελλήνων, είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανές ότι η συνύπαρξη ανάμεσα στις δυο πλευρές μόνο αρμονική δεν είναι πλέον. Αντιθέτως, όπως απεδείχθη μετά τα επεισόδια στον Άγιο Παντελεήμονα έχει φτάσει να θεωρείται προβληματική. Και αν το «τσαφ» που έγινε στον Άγιο Παντελεήμονα δεν στάθηκε αρκετό να ανάψει μια πυρκαγιά τεραστίων διαστάσεων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο προσεχές μέλλον ανάλογου είδους επεισόδια όχι μόνο πυρκαγιές θα ανάψουν αλλά τεράστιες εκρήξεις που θα σπείρουν απλόχερα τον τρόμο και τον πανικό σε όλους μας. Εξάλλου, σε όσους δεν αρέσει να ξεχνάνε είναι ακόμα νωπές οι μνήμες όταν πριν από τρία χρόνια επί προεδρίας Σιράκ και υπουργού εσωτερικών Σαρκοζί ξέσπασαν στο Παρίσι τεράστιες και εκτεταμένες ταραχές μετά από τον θάνατο νεαρών μαύρων μεταναστών από αστυνομικές δυνάμεις της Γαλλίας.
Θα παρουσίαζε, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να προσπαθούσαμε να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια και τις ρίζες της γένεσης του συγκεκριμένου προβλήματος. Με βάση, λοιπόν, τα δεδομένα και τα δείγματα των δυο τελευταίων δεκαετιών αποτελεί κάτι παραπάνω από κοινή διαπίστωση ότι το σημαντικότερο μερίδιο ευθύνης εντοπίζεται στην τραγικώς καταφανέστατη έλλειψη μιας προσαρμοσμένης και πάνω απ’ όλα προσανατολισμένης μεταναστευτικής πολιτικής από άπαντες τους κυβερνητικούς σχηματισμούς που επωμίστηκαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας κατά το συγκεκριμένο διάστημα. Ανάλογη ευθύνη, βεβαίως, φέρουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, υποτίμησαν το πραγματικό μέγεθος και βάρος του προβλήματος και εκδηλώνοντας αδυναμία να εκφράσουν ουσιαστικές προτάσεις για την εξάλειψη του κατάφεραν εν τέλει να συγκαλύψουν το φανερό έλλειμμα μεταναστευτικής πολιτικής που υπάρχει στη χώρα μας. Γενικά, πάντως, η ελληνική πολιτεία όλα αυτά τα χρόνια έχει επιδείξει φανερή αδυναμία στο να αντιληφθεί ότι ο όρος «μεταναστευτική πολιτική» εκτός από εξαιρετικά σημαντικός για ένα κράτος δικαίου και πρόνοιας (στο βαθμό που αυτά τα στοιχεία εξακολουθούν να υφίστανται στην Ελλάδα) αποτελεί ταυτόχρονα και εξαιρετικά σύνθετος, υπό την έννοια ότι διαθέτει πολλαπλούς τομείς στους οποίους απαιτείται συντονισμένη και συνδυασμένη δράση.
Χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα αποτελεί η απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί στα ελληνικά σύνορα. Αποτελεί τεράστια ντροπή και κατάντια για ένα κράτος που εδώ και 27 χρόνια ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ισχυρίζεται ότι διαθέτει μεταναστευτική πολιτική όταν δεν μπορεί καν να θωρακίσει τα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορα του, τα οποία σημειωτέον αποτελούν και εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, από το επί καθημερινής βάσης εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός των διάφορων παρακλαδιών της βαλκανικής μαφίας καθώς και από την παράνομη είσοδο λαθρομεταναστών και διεθνών εγκληματιών. Ειδικά αυτό που συμβαίνει με τις καραβιές εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών που καθημερινά προσπαθούν να περάσουν από τα τουρκικά παράλια στα ελληνικά ύδατα, με συνέπεια πολλοί να πνίγονται στην πορεία, μόνο ως αποτρόπαιο, απάνθρωπο και απαράδεκτο μπορεί να χαρακτηριστεί. Στην συντήρηση αυτής της εικόνας μερίδιο ευθύνης δεν φέρουν μόνο οι Τούρκοι δουλέμποροι που κλέβουν στην ουσία τα λεφτά των λαθρομεταναστών πουλώντας τους ψεύτικα όνειρα για μια καλύτερη ζωή αλλά, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα, και πολλοί Έλληνες λιμενικοί που συνεργάζονται με τα κυκλώματα δουλεμπορίας προκειμένου να αποκομίσουν ποσοστά από τα κέρδη τους. Το έλλειμμα μεταναστευτικής πολιτικής, ωστόσο, δεν εξαντλείται μόνο σε αυτή την περίπτωση. Η παντελής απουσία οργανωμένων δομών προσωρινής φιλοξενίας, σίτισης και υγειονομικής περίθαλψης για τους παράνομους μετανάστες μας προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα. Πλέον, όμως, από τη στιγμή που οι τόσοι πυρο-σεισμο-πλημμυροπαθείς παραμένουν εδώ και χρόνια ουσιαστικά άστεγοι στην ίδια τους τη χώρα, δυστυχώς, η παραπάνω κατάσταση έχει πάψει να θεωρείται παράλογη.
Φυσικά, εκτός από την έλλειψη οργανωμένων δομών φιλοξενίας οι παράνομοι μετανάστες αντιμετωπίζουν αρκετά συχνά και την άρνηση παροχής πολιτικού άσυλου αφού σπανίως οι ελληνικές αρχές αναγνωρίζουν τους παράνομους μετανάστες ως πρόσφυγες πολέμου. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, μάλιστα, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις (αν όχι στην τελευταία) των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την συχνότητα χορήγησης πολιτικού άσυλου. Ως επακόλουθο, η μη χορήγηση πολιτικού άσυλου από την ελληνική πολιτεία οδηγεί αναγκαστικά στην εκδίωξη των παράνομων μεταναστών από τα κέντρα κράτησης των συνοριακών αστυνομικών τμημάτων και στην απέλαση τους από τη χώρα (εντός διαστήματος 30 ημερών). Και σαν να μην έφτανε αυτό, η συμπεριφορά της ελληνικής πολιτείας απέναντι στους νόμιμους οικονομικούς μετανάστες αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την τραγική απουσία μεταναστευτικής πολιτικής στην Ελλάδα. Εδώ και αρκετά χρόνια η ελληνική πολιτεία χρησιμοποιώντας ως μέσο πίεσης την χορήγηση αδειών παραμονής έχει καταφέρει να εγκλωβίσει σε ένα καθεστώς αιχμαλωσίας και συνεχούς εκμετάλλευσης όλους τους νόμιμους μετανάστες. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος όχι μόνο εισπράττει καθημερινά υψηλά έσοδα από τις ανανεώσεις των αδειών παραμονής αλλά παράλληλα έχει φροντίσει να καλλιεργήσει στο νόμιμο μεταναστευτικό πληθυσμό ένα συνεχές αίσθημα κινδύνου απώλειας της νομιμότητας του καθώς την έχει συνδέσει άρρηκτα με τον αριθμό των ενσήμων, έστω και αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία ότι πολλοί μετανάστες είτε εργάζονται ως ανασφάλιστοι είτε οι εργοδότες τους αρνούνται συστηματικά να τους εξασφαλίσουν τα απαραίτητα ένσημα. Ταυτόχρονα, οι άδειες παραμονής χορηγούνται με αρκετά μεγάλη καθυστέρηση και μετά από μια επίπονη συνδιαλλαγή με υπηρεσίες και υπαλληλικό προσωπικό που δεν διαθέτουν ούτε την κατάλληλη εκπαίδευση αλλά ούτε και την στοιχειώδη συμπεριφορά για να εξυπηρετήσουν τους ταλαιπωρημένους μετανάστες.
Από την άλλη πλευρά, όμως, πέρα από τις ευθύνες της ελληνικής πολιτείας, οι οποίες είναι σαφέστατα τεράστιες και βαρύτατες, θα ήταν εντελώς άδικο να μην αναφερθούμε και στις ευθύνες που βαραίνουν τις πλάτες της ελληνικής κοινωνίας και πολύ περισσότερο εμάς τους ίδιους, που είμαστε μέλη της αλλά και προσπαθούμε να επιβιώσουμε μέσα σε αυτήν. Είναι γεγονός ότι υπάρχει διάχυτη δυσαρέσκεια και έντονη καχυποψία εναντίον των μεταναστών, που όσο περνάει ο καιρός γιγαντώνεται ολοένα και περισσότερο. Κανείς δεν μπορεί να αποσιωπήσει βεβαίως ότι στο παρελθόν έχουν συμβεί μια σειρά από γεγονότα όπως βιασμοί, κλοπές και δολοφονίες, στα οποία έχει αποδειχθεί ότι έχουν συμμετάσχει ενεργά παράνομοι μετανάστες. Ούτε φυσικά είναι δυνατόν να προσπεραστεί τόσο εύκολα η γκετοποίηση και το άβατο που έχουν επιβάλλει ορισμένοι από αυτούς τους παράνομους μετανάστες σε διάφορα σημεία της χώρας. Η πολιτεία, όμως, είναι αυτή που έπρεπε και όφειλε να κυνηγήσει ανελέητα, να περιορίσει και γιατί όχι να διώξει τους μετανάστες που έχουν συμμετάσχει σε ανάλογα γεγονότα. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν πρέπει και εμείς ως ελληνική κοινωνία και πολίτες να δηλητηριάζουμε τη σκέψη μας με άσβεστο μίσος και τυφλή καχυποψία, που και αδικαιολόγητη είναι και στρέφεται συχνά εναντίον όλων των παράνομων μεταναστών, η πλειοψηφία των οποίων ήρθε στη χώρα μας για να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη και ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης.
Εξάλλου, αν η ελληνική κοινωνία είχε το σθένος και το θάρρος να κοιτάξει κατάματα την σαπισμένη αντανάκλαση της στον καθρέφτη της πραγματικότητας θα έβλεπε ότι φταίει για την κατάσταση αυτή. Όπως και εμείς ως πολίτες φταίμε. Φταίμε όλοι εμείς που αφήσαμε τις παλιές μας κατοικίες να μεταβληθούν σε γκέτα εξαθλίωσης και αναταραχής για να μετακομίσουμε όντας καταχρεωμένοι σε δάνεια και κάρτες σε «αναβαθμισμένες» περιοχές και να διαμαρτυρόμαστε από πάνω για την υποβάθμιση αυτών των περιοχών. Φταίμε όλοι εμείς που δημιουργήσαμε ένα πλέγμα κοινωνικής περιθωριοποίησης για τα παιδιά των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία. Φταίμε όλοι εμείς που επιτρέπουμε στην media-κη κοινότητα να μας παρασέρνει ότι για όλα τα στραβά και τα εγκλήματα του τόπου ευθύνονται οι μετανάστες. Φταίμε όλοι εμείς που σνομπάραμε επαγγελματικά όλες τις «δύσκολες» χειρωνακτικές εργασίες και ανεχόμαστε αυτοί οι άνθρωποι να «εργάζονται» καθημερινά χωρίς ασφάλιση, χωρίς σταθερό ωράριο και με πενιχρούς μισθούς. Φταίμε όλοι εμείς που ποτέ δεν θα πάψουμε να τους ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΑΣΤΕ! Δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίρρηση, βεβαίως, ότι και αυτοί οι άνθρωποι από την πλευρά τους όσο μπορούν μας εκμεταλλεύονται. Το αποδεικνύουν, άλλωστε, και τα νούμερα των τραπεζικών τους καταθέσεων και αποταμιεύσεων που συνεχώς αυξάνονται την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία των Ελλήνων χρωστάει υπέρογκα ποσά σε δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Εντούτοις, ακόμα και αυτού του είδους η εκμετάλλευση δεν δύναται να μπει σε οποιαδήποτε σύγκριση με την αντίστοιχη που υπάρχει από την πλευρά της ελληνικής κοινωνίας.
Το ζήτημα, πάντως, είναι ότι όσο η υπάρχουσα κατάσταση θα εξακολουθήσει να υφίσταται και η ελληνική πολιτεία από κοινού με την ελληνική κοινωνία θα συνεχίσουν να κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά τους σε αυτή τότε είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι δεν θα αργήσει πολύ να έρθει μια μέρα που τα πάντα θα μοιάζουν μη αναστρέψιμα. Ήδη αυτό που έγινε στον Άγιο Παντελεήμονα και όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες δείχνουν σε όλους τον δρόμο. Κανείς δεν ξέρει τι θα επακολουθήσει πλέον. Πρέπει, ωστόσο, να περιμένουμε και πάνω απ’ όλα να προετοιμάσουμε τους εαυτούς μας. Έρχεται καταιγίδα.
To be continued…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου