Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Η καταιγίδα που έρχεται (Part II): Η αποθέωση της ανικανότητας και το τέλος της ανοχής




Πριν από μερικές βδομάδες είχα γράψει ότι αυτό που χρειαζόμασταν για να ξυπνήσουμε από τη χειμερία μας νάρκη και να αρχίσουμε επιτέλους να αγωνιζόμαστε για να αλλάξουμε την τραγική κατάσταση που μας περιβάλλει ήταν ένα γερό ταρακούνημα. Το ταρακούνημα αυτό εν τέλει ήρθε. Ήρθε όμως με τον πιο τραγικό και άδικο τρόπο. Με μια εν ψυχρώ δολοφονία ενός αθώου παιδιού, του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, την θλιβερή νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου. Ο Αλέξης ήταν μόλις 15 χρόνων. Δεν πρόλαβε να δει τα όνειρα του να εκπληρώνονται, δεν πρόλαβε να ερωτευτεί, δεν πρόλαβε στην ουσία να ζήσει την ζωή που εκείνος ήθελε. Και όλα αυτά γιατί το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο άδοξα αλλά και τόσο άδικα από τις σφαίρες ενός «ειδικού φρουρού», που μόνο ως παρανοϊκός και ψυχοπαθής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είναι αλήθεια, πάντως, ότι στο παρελθόν έχουν υπάρξει πολλές και ανάλογες εν ψυχρώ εκτελέσεις νέων παιδιών όπως του Αλέξη από τα όργανα της «τάξης» που αποκαλούν τους εαυτούς τους αστυνομικούς. Ο τραγικός θάνατος της 21χρονης εργάτριας Σταματίνας Κανελλοπούλου από χτυπήματα κλομπ και του φοιτητή Ιάκωβου Κουμή από πυροβόλο όπλο αστυνομικού σε μαζική διαδήλωση τον Νοέμβριο του 1980 καθώς και η πισώπλατη εκτέλεση του 16χρονου μαθητή Μιχάλη Καλτεζά από σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια ακριβώς πέντε χρόνια μετά, είναι ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα της αιματηρής δράσης της αστυνομίας, τα οποία με το πέρασμα των χρόνων σβήστηκαν πολύ εύκολα από τη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.

Η περίπτωση της δολοφονίας του Αλέξη είναι, ωστόσο, διαφορετική. Μπορεί μεν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και ο τρόπος που έγινε η εν ψυχρώ εκτέλεση να μην διαφέρουν τόσο πολύ από ανάλογα και αποτρόπαια παραδείγματα του παρελθόντος, δεν χωράει αμφιβολία εντούτοις ότι το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που υφίσταται σήμερα και μέσα στο οποίο συνέβη η δολοφονία ενός αθώου παιδιού, δεν θυμίζει σε τίποτα το αντίστοιχο των παλαιότερων ετών. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούν καθημερινά η αδικία, η αναξιοκρατία, η διαφθορά ενώ πολύ συχνά η λογική του μαύρου χρήματος και η λαμογιά αποτελούν αντικείμενο επιβράβευσης. Όλα αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την ανεργία που πλήττει κυρίως τους νέους και τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις, την οικονομική κρίση που είναι πλέον διάχυτη σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας καθώς και την εμφανέστατη αδυναμία ενός κουρασμένου και σαπισμένου πολιτικού συστήματος και των εκπροσώπων αυτού να εισακούσουν τις κραυγές αγωνίας και απόγνωσης εκατομμυρίων ελλήνων πολιτών για το τι μέλλει γενέσθαι σε αυτή τη χώρα, αποτελούσαν τα ολοφάνερα σημάδια που εδώ και πολύ καιρό είχαν καταδείξει ότι δεν θα αργούσε να σημειωθεί μια έκρηξη τεραστίων διαστάσεων στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας. Απλώς το μόνο που χρειαζόταν ήταν η κατάλληλη αφορμή. Η αφορμή αυτή δόθηκε μέσα από τη δολοφονία του Αλέξη. Και μάλιστα δόθηκε από το χέρι ενός αστυνομικού, ο οποίος υποτίθεται ότι αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο του κράτους καθώς και το όργανο διασφάλισης της κρατικής και της κοινωνικής συνοχής.

Η δολοφονία του Αλέξη, λοιπόν, δεν άργησε να επιφέρει μια τεράστια κοινωνική έκρηξη. Η πιο οργισμένη αντίδραση ήταν φυσιολογικό να έρθει, όπως και έγινε, από τη νεολαία, αντιπροσωπευτικό κομμάτι της οποίας ήταν ο Αλέξης. Τη νεολαία του Facebook, του MSN, των iPod και των Mp3, τη νεολαία του Playstation. Τη νεολαία που έχει κατηγορηθεί για μαλθακότητα και έχει λοιδορηθεί επανειλημμένα από αυτούς που κάποτε συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τώρα έχουν καταντήσει χειρότεροι και από εκείνους που πολέμησαν να διώξουν. Τη νεολαία που εδώ και χρόνια έχει γίνει έρμαιο και πειραματόζωο στις ορέξεις ενός σαπισμένου εκπαιδευτικού συστήματος που δεν στοχεύει πλέον στη διαμόρφωση προσωπικοτήτων ικανών να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην κοινωνία αλλά στην κατασκευή καλοκουρδισμένων και άβουλων ρομπότ προορισμένων για να επιβιώσουν στη ζούγκλα ενός αβέβαιου εργασιακού περιβάλλοντος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην μαθητική ή την φοιτητική νεολαία αλλά και σε εκείνο το κομμάτι που καθημερινά δίνει μάχη επιβίωσης ενάντια στη δαμόκλεια σπάθη της ανεργίας, της ανασφάλισης, της εκμετάλλευσης και της πενιχρής αμοιβής και το οποίο έχει δικαίως ονομασθεί και αναδειχθεί ως «η γενιά των 700 ευρώ».

Όταν αυτή η νεολαία ένιωσε και διέκρινε ότι η δολοφονία ενός 15χρονου μαθητή από ένα όργανο του κράτους όπως είναι η αστυνομία, συνιστούσε επί της ουσίας απειλή εναντίον της ύπαρξης της και των ύστατων ονείρων της για ένα καλύτερο αύριο, αποφάσισε να σπάσει τα στεγανά της περιθωριοποίησης της και να αντιδράσει ενεργά και μαζικά. Βγήκε στους δρόμους. Ξέσπασε εναντίον των αστυνομικών τμημάτων και της αστυνομικής περιουσίας. Έδειξε ότι είναι ζωντανή και έτοιμη να διεκδικήσει πίσω τα χαμένα της όνειρα. Αυτή η κινητοποίηση των νέων φυσικά δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητη. Σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα σημειώθηκαν ανάλογες κινητοποιήσεις με τη συμμετοχής και άλλων κοινωνικών ομάδων που θεώρησαν τη δολοφονία του Αλέξη ως ιδανική «ευκαιρία» για να εκφράσουν την αγανάκτηση τους για τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητα τους. Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους κινητοποιήσεις στην Ελλάδα, για μια ακόμη φορά η γνωστή και υποκινούμενη κομπανία των κουκουλοφόρων φρόντισε να αφήσει το στίγμα της, βανδαλίζοντας ανελέητα εναντίον αμέτρητων ιδιωτικών περιουσιών.

Κάποιοι μετά από τα όσα θλιβερά και ανεπίτρεπτα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν με σαφώς πιο μειωμένη ένταση μέχρι και σήμερα έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το σφοδρό αυτό κύμα βίας, αγανάκτησης και βανδαλισμών ως μαζική κοινωνική εξέγερση. Ήδη τις πρώτες μέρες μετά την δολοφονία του Αλέξη κυκλοφόρησαν ευρέως διάφορες δημοσκοπήσεις μεγαλοεφημερίδων σύμφωνα με τις οποίες η πλειοψηφία της κοινής γνώμης υποστήριζε ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά από τη δολοφονία του Αλέξη αποτελούσαν πράγματι μαζική κοινωνική εξέγερση. Ωστόσο, αν μελετήσει κανείς με μια πιο προσεκτική και όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμη ματιά όλα τα γεγονότα αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά έγιναν, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από αυτή που εντέχνως παρουσιάζεται. Καταρχήν, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν δύναται να αμφισβητήσει ότι η κινητοποίηση σύσσωμης της νεολαίας με αφορμή την εκτέλεση του Αλέξη πρόκειται για κοινωνική εξέγερση. Εξάλλου, πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί η έκφραση αγωνίας, αγανάκτησης, θυμού και οργής (δίχως την προσφυγή στην τυφλή βία και τις ακρότητες) όταν αυτή προέρχεται από ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας που εδώ και χρόνια νιώθει παραμελημένο, απομονωμένο και περιθωριοποιημένο, όπως η νεολαία; Επομένως, υπό αυτή την έννοια υπήρξε όντως κοινωνική εξέγερση.

Από κει και πέρα, όμως, σε καμία περίπτωση όσα συνεχίζουν να γίνονται στους δρόμους της Αθήνας μέχρι και τώρα δεν συνιστούν λαϊκή εξέγερση! Για να χαρακτηριστεί μια εξέγερση ως λαϊκή ή μαζική απαιτείται αφενός μεν να έχει σαφή προσανατολισμό αφετέρου δε να έχει το στοιχείο της μαζικότητας και πάνω απ΄όλα να έχει ενωτικό και όχι διχαστικό χαρακτήρα. Και μπορεί μεν η κοινωνική αγανάκτηση και κατακραυγή που ξέσπασε μετά το χαμό του Αλέξη να είχε ως σαφέστατο στόχο της την αστυνομία και κατ’ επέκταση τον παράλυτο κρατικό μηχανισμό αλλά ούτε τη μαζικότητα που απαιτούσε η περίσταση είχε ούτε και υπήρχε ισχυρό αίσθημα ομοψυχίας και ομοφωνίας. Φάνηκε, μάλιστα, ξεκάθαρα και από τις πορείες διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα τις προηγούμενες μέρες και ήταν μεν πολυπληθείς πλην όμως χωρίς κανέναν απολύτως ενιαίο χαρακτήρα. Γι’ αυτό εξάλλου είχαν φροντίσει και τα κόμματα και οι προσκείμενες σε αυτά οργανώσεις, αφού (πλην του κυβερνώντος) κάθε κόμμα είχε οργανώσει τη δικιά του πορεία διαμαρτυρίας με διαφορετική αφετηρία και χώρο συγκέντρωσης (μια ακόμη ελληνική πρωτοτυπία).

Επιπλέον, πως είναι δυνατόν να βαπτίζεται τόσο εύκολα και τόσο αυθαίρετα ως «κοινωνική εξέγερση» η τυφλή βία και η δήθεν εκδίκηση; Άλλωστε, όλες αυτές τις μέρες αυτό που βιώσαμε και συνεχίζουμε μέχρι και τώρα να βιώνουμε στους δρόμους της Αθήνας είναι μονάχα ένα ανελέητο και ανεξέλεγκτο ξέσπασμα τυφλής βίας! Ένα ξέσπασμα τυφλής βίας για το οποίο ευθύνεται μια υποκινούμενη μειοψηφία ατόμων με κράνη και κουκούλες που εδώ και δεκαετίες τρέφεται μόνο με μίσος και αναλαμβάνει δράση κυρίως σε περιόδους κοινωνικής αγανάκτησης, αναταραχής και όξυνσης. Μόνο που αυτή τη φορά η συγκεκριμένη ομάδα ατόμων δεν περιορίστηκε στις συνηθισμένες επιθέσεις εναντίον των ΜΑΤ αλλά δυστυχώς προχώρησε και σε μανιασμένες καταστροφές και λεηλασίες εναντίον χιλιάδων καταστημάτων και ιδιωτικών περιουσιών ενώ παράλληλα προσπάθησε ανεπιτυχώς να πυρπολήσει ένα κατεξοχήν μνημείο-σύμβολο της ελληνικής γνώσης όπως αυτό της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Και για την καλύτερη οργάνωση και συντονισμό της δράσης τους οι αντιεξουσιαστές-αναρχικοί είχαν φροντίσει από την πρώτη κιόλας στιγμή να καταλάβουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και να τα μετατρέψουν σε αποθήκες πολεμοφοδίων και βομβών μολότοφ! Αλήθεια που είναι όλοι αυτοί που κάποτε φώναζαν για δήθεν απόπειρες διασπάθισης και κατάργησης του πανεπιστημιακού άσυλου τώρα που αυτή η ιερή και αιματοβαμμένη κατάκτηση πολύχρονων αγώνων μετατράπηκε σε οχυρό συγκάλυψης των κουκουλοφόρων; Πως αισθάνονται άραγε τώρα που ένα συνονθύλευμα αναρχικών στοιχείων κατάφερε να μετατρέψει στο όνομα της «εκδίκησης» τη μισή Αθήνα σε ένα απέραντο πεδίο μάχης και πυρπολισμών καθώς και να επισκιάσει αλλά και να βεβηλώσει μέσα από αυτά τα βίαια επεισόδια την εν ψυχρώ δολοφονία ενός αθώου παιδιού, η οποία κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί την αρχή ενός ΜΑΖΙΚΟΥ κύματος διαμαρτυρίας; Πως τους φάνηκε η εικόνα των κατεστραμμένων περιουσιών στις οποίες φρόντισαν να κάνουν ανελέητο πλιάτσικο τόσο οι αναρχικοί όσο και οι αδημονούντες λαθρομετανάστες; Αυτή ήταν μήπως η «κοινωνική εξέγερση» για τη μαζικότητα της οποίας προσπαθούν κάποιοι τεχνηέντως να μας πείσουν;;;

Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση, πάντως, συνεχίζει να προκαλεί η αντίδραση της κυβέρνησης και του πολιτικού μηχανισμού της χώρας ενώ ήδη έχουν περάσει μερικές εβδομάδες από τη δολοφονία του Αλέξη και ενώ οι εστίες βίας συνεχίζουν να υφίστανται έστω και με μειωμένη ένταση στο κέντρο της Αθήνας και στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η κυβέρνηση ακόμα και τώρα εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις με ανεξήγητη αμηχανία και να παραμένει σχεδόν αμέτοχη μπροστά στα όσα συμβαίνουν. Ενδεχομένως να ακουστεί μακάβριο αλλά η κυβέρνηση ουσιαστικά όλο αυτό το διάστημα που μεσολάβησε μετά το χαμό του Αλέξη ενήργησε ως ένας γιατρός, ο οποίος έχοντας στο κρεβάτι του χειρουργείου έναν ασθενή με πολλαπλά τραύματα από μαχαιριές και με σπασμένες τις αρτηρίες, προτίμησε αντί να τον χειρουργήσει να ράψει απλώς τις πληγές του και να τον αφήσει εν τέλει να πεθάνει από εσωτερική αιμορραγία! Πραγματικά τόσο τραγική είναι η κατάσταση! Αυτό, εξάλλου φάνηκε από τις πρώτες μόλις στιγμές μετά τη δολοφονία του Αλέξη όταν ο υπουργός Εσωτερικών υπέβαλλε την παραίτηση του (η οποία δεν έγινε δεκτή) την ίδια ώρα που ο υφυπουργός του γλεντοκοπούσε σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης προφασιζόμενος ότι δεν είχε ενημερωθεί για το συμβάν! Χρειάστηκε, μάλιστα, να περάσουν δυο ολόκληρες μέρες μετά τον φόνο του Αλέξη, να καεί η μισή Αθήνα, να καταστραφούν χιλιάδες περιουσίες ιδιωτών και μικροεμπόρων (εξαιρώ τις τράπεζες που ανταμείφθηκαν επάξια για τη χρόνια αφαίμαξη εκατομμυρίων πολιτών), να κινδυνεύσουν σημαντικά κρατικά μνημεία από τις ορδές των αναρχοβανδάλων με την αστυνομία να παρακολουθεί απαθής, μέχρι να συγκληθεί έκτακτη κυβερνητική επιτροπή για την αντιμετώπιση της κατάστασης!

Για μια ακόμη φορά, λοιπόν, φάνηκε ξεκάθαρα ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν διαθέτει τα απαιτούμενα αντανακλαστικά και ικανότητες για τον χειρισμό και την αντιμετώπιση κρίσεων υψηλής εντάσεως. Το είχαμε δει, εξάλλου, και πέρυσι όταν ο Βύρων Πολύδωρας φρόντισε να εξηγήσει σε όλους αναλυτικά το περιεχόμενο του όρου «ασύμμετρη απειλή». Και είναι απολύτως φυσικό όταν μια κυβέρνηση διαχειρίζεται εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα μόνο επικοινωνιακά και όχι σε βάθος να φτάσει κάποτε η στιγμή που η απουσία πολιτικής θα γεννήσει ανεξέλεγκτη βία, αγανάκτηση και αυξημένες τάσεις για εκδίκηση. Όπως και εν τέλει έγινε. Από κει και πέρα, όμως, οι χειρισμοί της κυβέρνησης στο θέμα της δολοφονίας του Αλέξη έφεραν στην επιφάνεια και κάποια επιμέρους προβλήματα. Ένα από αυτά σχετίζεται με την προβληματική λειτουργία της ελληνικής αστυνομίας. Μια προβληματική λειτουργία που οφείλεται πρωτίστως στην τραγική έλλειψη εκπαίδευσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των αστυνομικών. Πως είναι άραγε δυνατόν να γίνεται κάποιος «εδικός φρουρός» στην Ελλάδα με μόλις δυο μήνες εκπαίδευση σε εσώκλειστες αστυνομικές σχολές την ίδια στιγμή που στο εξωτερικό απαιτείται τουλάχιστον εξαετή συνεχής εκπαίδευση που συνοδεύεται και από εκτεταμένα ψυχοσωματικά τεστ; Και πως μπορούν τέτοιου είδους αστυνομικοί και «ειδικοί φρουροί» να μας προστατεύσουν όταν δεν έχουν εκπαιδευτεί να συμπεριφέρονται κατάλληλα τόσο σε δύσκολες καταστάσεις και συνθήκες όσο και στις απλές καθημερινές δραστηριότητες τους και έχουν μάθει μόνο να βεβηλώνουν τη μνήμη των παιδιών που έχουν δολοφονήσει με ψεύτικους ισχυρισμούς; Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προβληματική λειτουργία της αστυνομίας διογκώνεται και από την πενιχρή μισθοδοσία των περισσότερων αστυνομικών καθώς και από τις τραγικές ελλείψεις σε υλικό εξοπλισμό και αριθμό αστυνομικού προσωπικού. Ειδικά το ζήτημα των πενιχρών μισθών των αστυνομικών (όπως και των πυροσβεστών και των δασοφυλάκων) παραμένει ανεπίλυτο εδώ και δεκαετίες.

Ένα άλλο πρόβλημα, ωστόσο, που αναδείχθηκε μέσα από την απουσία κυβερνητικής πολιτικής και το κύμα βίας που αυτή επέφερε, αφορά την ολοκληρωτική αποτυχία του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος. Η αποτυχία αυτή οφείλεται πρωτίστως στους χρόνιους πειραματισμούς τόσο στη λειτουργία όσο και στον προσανατολισμό των γυμνασίων και των λυκείων και φυσικά των πανεπιστημίων που το μοναδικό που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν νεανικά πειραματόζωα με κατακρεουργημένα όνειρα και συνειδήσεις προκειμένου να γίνουν βορά στις ορέξεις ενός τερατόμορφου εργασιακού συστήματος. Για όλους αυτούς τους χρόνιους πειραματισμούς αποκλειστικοί συνυπεύθυνοι είναι και οι εκπρόσωποι όλων των παλιότερων κυβερνήσεων καθώς και το διεφθαρμένο μας πολιτικό σύστημα που ουσιαστικά επιβιώνει τον τελευταίο καιρό μόνο με τεχνητές αναπνοές και οι φορείς του οποίου ακόμα και μετά τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες βδομάδες, όντας κυριευμένοι από αμηχανία, αδυνατούν χαρακτηριστικά να αρθρώσουν σθεναρό πολιτικό λόγο και προτάσεις με κάποιους συγκεκριμένους εξ αυτών, μάλιστα, να καλλιεργούν μια αέναη και τεχνητή αντιπαράθεση και να συναλλάσσονται υπογείως με τις ορδές της κομπανίας των κουκουλοφόρων.

Όπως, λοιπόν, συμβαίνει κατά κόρον στην Ελλάδα σε τέτοιες περιστάσεις, το κενό εξουσίας της κυβέρνησης και του πολιτικού συστήματος ανέλαβαν να καλύψουν τα Μέσα Μαζικής (;) Ενημέρωσης. Μόνο που αυτή τη φορά η απόπειρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης που επιχειρήθηκε από τα ΜΜΕ ξεπέρασε κάθε όριο! Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα θλιβερά έγιναν τις τελευταίες μέρες και βδομάδες στους δρόμους της Αθήνας και άλλων μεγάλων πόλεων ήταν αρκετά σοβαρά και έπρεπε οπωσδήποτε να προβληθούν και να αναδειχθούν από τα ΜΜΕ. Αυτό, όμως, δεν είναι ικανό σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό που βιώσαμε και παρακολουθήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες! Ο εν λόγω τηλεοπτικός κανιβαλισμός βασίστηκε και πάλι σε μια αρκετά δοκιμασμένη και άκρως επιτυχημένη (για τα κανάλια) συνταγή. Μια συνταγή που είχε ένα εύπεπτο περιτύλιγμα ξαφνικής και αναπάντεχης κοινωνικής ευαισθησίας και δήθεν συναισθηματικής φόρτισης και περιλάμβανε μεταξύ άλλων επεξεργασμένες και εκτεταμένες δόσεις (σε εμετικό βαθμό) λαϊκίστικου λόγου είτε από τους δημοσιογράφους-παρουσιαστές των καναλιών είτε από τους πολιτικούς που έβγαιναν σε αυτά για καλύψουν την αμηχανία τους και τα κακώς κείμενα καθώς και μια εντελώς ανεξέλεγκτη και υστερική αποτύπωση-έκφραση της αγανάκτησης της κοινής γνώμης μέσα από τη συνεχή προβολή ανταποκρίσεων-ρεπορτάζ από τους τόπους των επεισοδίων και την αναπαραγωγή συγκεκριμένων εικόνων από την δράση των τρομοαναρχοβανδάλων με τις κουκούλες.

Προκειμένου, μάλιστα, να στηριχθεί και να πλαισιωθεί όσο το δυνατόν καλύτερα αυτή η δοκιμασμένη συνταγή, τα ραδιοτηλεοπτικά κανάλια έσπευσαν να επιστρατεύσουν γνωστούς τηλεοπτικούς αστέρες αλλά και ορισμένους θεατρικούς ηθοποιούς υποτιθέμενων αριστερών πεποιθήσεων, που χάρη στο έμφυτο ταλέντο τους στην υποκριτική και την υποκρισία έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν ένα μεγάλο κομμάτι της απήχησης της νεολαίας και της κοινής γνώμης, για να φουσκώσουν ακόμα περισσότερο τις ήδη γεμάτες τσέπες τους με εκατομμύρια ευρώ και πάνω απ’ όλα (που είναι και το ζητούμενο άλλωστε) να μεγαλώσουν τα ποσοστά των καναλιών στην πίτα της AGB. Αυτό είναι, δυστυχώς, το έργο που παρακολουθήσαμε άπειρες φορές τις τελευταίες βδομάδες από τα ΜΜΕ. Και είναι απολύτως βέβαιο ότι όσο αυτή η θλιβερή κατάσταση θα συνεχίζει να υπάρχει είτε λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης είτε λόγω της κοινωνικής αγανάκτησης που ενίοτε μετουσιώνεται σε τυφλή βία τόσο πιο ανελέητα και βάναυσα θα συνεχίζεται ο μίζερος κανιβαλισμός των ΜΜΕ.

Όλα αυτά, ωστόσο, που περιέγραψα και προσπάθησα να αναλύσω παραπάνω είναι λίγο έως πολύ γνωστά σε όλους μας. Το θέμα είναι από δω και πέρα τι γίνεται και τι πρόκειται να συμβεί. Όπως τόνισα και στην αρχή, η δολοφονία του Αλέξη ήταν ένα γερό ταρακούνημα. Ένα ταρακούνημα που ανάγκασε όλους μας να σηκωθούμε απότομα από τη χειμερία νάρκη που είχαμε πέσει εδώ και πολύ καιρό. Ένα ταρακούνημα, όμως, που αντί να γεννήσει μαζική κοινωνική διαμαρτυρία και αντίδραση γέννησε μόνο τυφλή βία και άσβεστη δίψα για εκδίκηση. Βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε ένα σταυροδρόμι και πρέπει να κάνουμε μια επιλογή. Είτε θα επιλέξουμε να παραμείνουμε στάσιμοι, απαθείς και κολλημένοι στις πολυθρόνες και τις τηλεοράσεις μας αναμένοντας όσα πρόκειται να συμβούν είτε θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε και να διεκδικήσουμε το καλύτερο αύριο που μας αξίζει. Θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε όχι με τυφλή βία και ανεξέλεγκτες καταστροφές περιουσιών αλλά όλοι μαζί, ΕΝΩΜΕΝΟΙ και μια ενιαία φωνή. Θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε γιατί επιτέλους πρέπει κάτι πραγματικά να αλλάξει σε αυτή τη χώρα. Και δεν θα αλλάξει με το να φύγει απλώς μια κυβέρνηση και να έρθει μια άλλη ανίκανη κυβέρνηση, ούτε με επικοινωνιακές τσιχλόφουσκες τύπου Τσίπρα και Αλαβάνου αλλά ούτε και με ψεύτικες υποσχέσεις. Πρέπει πάντως να βιαστούμε να κάνουμε αυτή την επιλογή. Πρέπει να βιαστούμε γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ένα νέο ταρακούνημα δεν θα αργήσει πολύ να έρθει! Εξάλλου, τα μαύρα σύννεφα έχουν ήδη μαζευτεί πάνω από τα κεφάλια όλων μας και μια καταιγίδα πλησιάζει με γοργούς ρυθμούς. Μια καταιγίδα εντελώς διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει. Μια καταιγίδα που οι σταγόνες της θα κάψουν σάρκες και συνειδήσεις χειρότερα και από όξινη βροχή. Και τίποτα πλέον δεν θα είναι όπως παλιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: