Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Με κομμένα τα φτερά

Πρώτη μέρα στο σχολείο. Όλα σου φαίνονται παράξενα. Με τα χίλια ζόρια κρατιέσαι να μην βάλεις τα κλάματα. Με το αθώο και παιδικό μυαλό σου αναρωτιέσαι. Αναρωτιέσαι γιατί σε έφεραν σε αυτό το μέρος οι γονείς σου. Κοιτάζεις συνεχώς τρομαγμένος τη μητέρα σου που σου χαμογελάει πίσω από την καγκελόπορτα της πύλης του σχολείου. Μετά την καθιερωμένη προσευχή και το καλωσόρισμα του προέδρου του σχολείου ανεβαίνεις σιγά σιγά τις σκάλες που οδηγούν στην τάξη. Την πρώτη σου τάξη. Χωρίς να το έχεις καταλάβει η πρώτη μέρα της καινούργιας σου ζωής έχει ήδη αρχίσει. Και μαζί με αυτήν ξεκινάει και ένα ταξίδι αναζητήσεων και προβληματισμών που αναμένεται να είναι αρκετά μακρύ και περιπετειώδες. Καθώς μπαίνεις μέσα την τάξη συναντάς παντού παιδικά βλέμματα. Άλλα είναι χαρούμενα και ντροπαλά ενώ άλλα μοιάζουν θλιμμένα και αγχωμένα. Μερικά από αυτά είναι καρφωμένα επάνω σου ενώ τα υπόλοιπα απλά αδιαφορούν για σένα. Εσύ όπως πάντα με το ντροπαλό πλην όμως κατσουφιασμένο ύφος σου προσπερνάς όσους σε κοιτάζουν και πιάνεις το τελευταίο θρανίο κοντά στο παράθυρο για να μην γυρνάνε και σε παρατηρούν συνεχώς οι καινούργιοι σου συμμαθητές. Φαίνεται από μικρός σου άρεσε να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να είσαι ντροπαλός. Ακόμα και έτσι όμως κατάφερες να γίνεις αμέσως φίλος με το παιδί που καθίσατε μαζί στο ίδιο θρανίο. Αυτό που σου σημαδεύει την μνήμη από την πρώτη σου μέρα στο σχολείο είναι η πρώτη σου δασκάλα. Δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν ο πιο γλυκός και ήρεμος άνθρωπος που μέχρι εκείνη την στιγμή είχες συναντήσει αλλά σίγουρα δεν ήταν και ο πιο αντιπαθητικός ούτε και ο πιο νευρωτικός. Εντούτοις ήταν εκείνος ο άνθρωπος που αυτό που αποκαλείται μοίρα ή (για κάποιους άλλους) τύχη έφερε στον δρόμο της ζωής σου προκειμένου να σου μεταδώσει τις πρώτες απαραίτητες γνώσεις και εφόδια πάνω στα οποία θα μπορούσες αργά και σταθερά να χτίσεις την προσωπικότητα σου και με τα οποία θα εκπλήρωνες τα όνειρα σου. Και σαν παιδί είχες πάρα πολλά όνειρα.

Μετά και από το σοκ της πρώτης μέρας αρχίζεις σιγά σιγά να προσαρμόζεσαι. Καθημερινά ανακαλύπτεις ότι όσα μαθαίνεις εκτός από ενδιαφέροντα σου μοιάζουν και σου φαίνονται σαν ένα υπέροχο παιδικό παιχνίδι. Ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία κι αριθμητική, όλα σου μοιάζουν παιχνίδι στο οποίο είσαι ενθουσιασμένος που συμμετέχεις! Μέσα από αυτό φαινομενικά αθώο παιχνίδι βλέπεις να ξετυλίγεται μπροστά σου ένα ολόκληρος κόσμος που σε περιμένει ανυπόμονα αν όχι να τον κατακτήσει τουλάχιστον να προσπαθήσει να τον αλλάξεις. Κάπως έτσι περνάει ο πρώτος χρόνος της σχολικής σου περιπλάνησης. Μπαίνοντας στον δεύτερο και τον τρίτο χρόνο βλέπεις ο ενθουσιασμός και η δίψα σου για μάθηση να γίνονται ακόμα μεγαλύτεροι. Και μπορεί μεν να έχεις αρχίσει να κουράζεσαι περισσότερο μιας και περνάς περισσότερες ώρες στο σχολείο ενώ παράλληλα οι γονείς σου σε κατάφεραν μετά κόπων και βασάνων να ξεκινήσεις να μαθαίνεις αγγλικά, ωστόσο, με τίποτα δεν παύεις να νιώθεις χαρούμενος και ευτυχισμένος. Τώρα πλέον έχεις κάνει περισσότερους φίλους και παρέες και είναι απολύτως φυσιολογικό να αισθάνεσαι και πιο άνετα. Το σημαντικότερο πάντως είναι ότι έχεις αρχίσει να κάνεις όνειρα. Δεν είναι πραγματικά υπέροχο; Κάνεις τα ΠΡΩΤΑ σου όνειρα! Εσύ το μικρό και αθώο πλην όμως λιγομίλητο και κλειστό παιδί αρχίζεις να ονειρεύεσαι! Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα παιδάκια της ηλικίας σου που άλλα ονειρεύονταν τα ακριβά παιχνίδια και videogames που θα τους αγόραζαν αμέσως οι γονείς τους και άλλα διαλαλούσαν από δω και από κει παρεμβάλλοντας ενδιάμεσα τη λέξη «ονειρεύομαι» τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες των γονιών τους να τα καμαρώσουν κάποτε να γίνονται από γιατροί και δικηγόροι μέχρι αστροναύτες (!), εσύ κάνεις μερικά πιο «απλά» πλην όμως αόριστα όνειρα. Ονειρεύεσαι να έρθει κάποτε η στιγμή που θα γίνεις κάτι σημαντικό που θα μπορεί να προσφέρει κάτι χρήσιμο στην κοινωνία. Αυτό εξάλλου αναφέρεις και στις προσευχές σου κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς. Το τι ακριβώς είναι αυτό το σημαντικό και χρήσιμο για την κοινωνία που θέλεις να γίνεις δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα. Απλώς το ονειρεύεσαι.

Καθώς φτάνεις στην τετάρτη και πέμπτη δημοτικού αρχίζεις να στραβώνεις. Γίνεσαι διαφορετικός. Ο ενθουσιασμός που είχε φωλιάσει μέσα σου για τα καλά τις προηγούμενες χρονιές έχει πλέον χαθεί και ξέρεις πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ. Το αθώο και ήρεμο παιδί των προηγούμενων ετών χάνεται. Δίνει τη θέση του σε ένα νευρικό και επιθετικό παιδί. Το μόνο που παραμένει το ίδιο είναι ότι αυτό το παιδί εξακολουθεί συνεχώς να κλείνεται στον εαυτό του. Τι σου έφταιγε όμως τόσο πολύ και έβγαζες αυτή την ανεξήγητη νευρικότητα και επιθετικότητα; Δίχως αμφιβολία εκείνο που σε είχε επηρεάσει αρνητικά ήταν οι συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις και προσδοκίες που είχαν φορτώσει στους παιδικούς σου ώμους οι γονείς σου αλλά και το άγχος που σου προκαλούσε το πιεσμένο σου μαθητικό ωράριο. Μια με τα αγγλικά, μια με τα γαλλικά που μόλις είχες αρχίσει, μια με τις απαιτήσεις του σχολείου που είχαν πάρει την ανηφόρα κάπου ήταν λογικό να αγχωθείς και να νευριάσεις. Και αν την νευρικότητα σου φρόντιζες καθημερινά να την διοχετεύεις εντός του σπιτικού σου περιβάλλοντος, την επιθετικότητα την έβγαζες ασυναίσθητα στα διαλλείματα του σχολείου όταν δεν υπήρχε ούτε μια μέρα που να μην είχες πλακωθεί στο ξύλο με κάποιον από τους συμμαθητές σου και να μην τον είχες στολίσει με το πιο χυδαίο υβρεολόγιο που είχες φροντίσει να μάθεις απέξω και ανακατωτά.

Αυτό, ωστόσο, που σου την έδινε πραγματικά στα νεύρα εκείνες τις δυο τάξεις και το οποίο χωρίς να το γνώριζες θα σε ακολουθούσε ανελλιπώς στα επόμενα μαθητικά σου χρόνια ήταν η λεγόμενη παπαγαλία-αποστήθιση. Μπορεί μεν να την ανέχτηκες τα πρώτα τρία χρόνια γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει κτήμα το παιδικό σου μυαλουδάκι ορισμένες βασικές γνώσεις και στοιχεία όπως π.χ. η προπαίδεια αλλά αυτό επουδενί σήμαινε ότι θα συνέχιζες να κάνεις το ίδιο από τη στιγμή μάλιστα που εκτός από την πολυαγαπημένη σου δασκάλα προσπαθούσαν να σου την επιβάλλουν και οι γονείς σου! Εξάλλου πάντα σου άρεσε να διαβάζεις μόνος σου και όχι να σε διαβάζουν οι γονείς σου και γι’ αυτό άλλωστε ήσουν και από τους καλύτερους μαθητές της τάξης. Ως μοναδική διέξοδο από αυτή την κατάσταση είχες επιλέξει το «σκέφτομαι και γράφω». Και αυτό γιατί το «σκέφτομαι και γράφω» εκτός από την αποτύπωση της πραγματικότητας ενός παιδικού μυαλού που άρχιζε σταδιακά να ωριμάζει και να μεγαλώνει ήταν για σένα το μοναδικό μέσο για να εκφράσεις τα όνειρα σου προς τα έξω. Βέβαια αν και η δασκάλα σου έλεγε ότι οι περισσότερες εκθέσεις σου ήταν καλές πάντοτε τις χαρακτήριζε μελαγχολικές και ονειροπόλες. Εσένα όμως δεν σε ένοιαζε. Ποτέ δεν σε ένοιαζε. Απλά σου άρεσε να γράφεις. Και αυτό έκανες.

Αφού λοιπόν κατάφερες να ξεπεράσεις και το εμπόδιο της τελευταίας τάξης του δημοτικού και να γράψεις τη λέξη άριστα πάνω στο χαρτί του ελέγχου των επιδόσεων σου έφτασε η στιγμή να περάσεις στο επόμενο στάδιο της μαθητικής σου περιπλάνησης. Είχες άλλωστε συνειδητοποιήσει βαθειά μέσα σου ότι η εποχή της παιδικής σου αθωότητας είχε φτάσει στο τέλος της. Μεγαλώνεις πια. Το καταλαβαίνεις κάθε φορά που κοιτάζεις την μορφή σου στον καθρέφτη. Και πως λέγεται αυτό το περίφημο επόμενο στάδιο; Πολύ απλά: ΓΥΜΝΑΣΙΟ. Ή αλλιώς τα τρία πιο σκοτεινά και χαμένα χρόνια της μαθητικής σου ζωής! Κάτι είχες αντιληφθεί ότι δεν θα πήγαινε καλά με αυτό το γυμνάσιο μόλις πρωτοαντίκρισες το κτίριο που θα περνούσες αυτά τα τρία μαρτυρικά χρόνια. Αν το κτίριο του δημοτικού που μόλις είχες αφήσει πίσω σου έμοιαζε χαρούμενο και φωτεινό τότε το κτίριο του γυμνασίου σου φαινόταν σκοτεινό, καταθλιπτικό και πάνω απ’ όλα ΒΡΩΜΙΚΟ. Εξάλλου τι περίμενες όταν στο ίδιο κτίριο, το οποίο παρεμπιπτόντως ήταν και λύκειο, στεγάζονταν πάνω από 400 άτομα;

Δυο πράγματα πάντως σου είχαν κάνει εντύπωση τις πρώτες σου μέρες στο καινούργιο σου μαθητικό περιβάλλον. Το ένα είχε να κάνει με εκείνα τα παιδιά που άραζαν μονίμως με ένα τσιγάρο στο στόμα είτε στις τουαλέτες του σχολείου (μερικά είχαν βάλει μέχρι και καρέκλες μέσα) είτε κοντά στη μάντρα είτε σε οποιοδήποτε άλλο απόκρυφο μέρος του σχολείου και που έτσι και τολμούσες να τα κοιτάξεις έστω και λίγο επίμονα διέτρεχες σοβαρό «κίνδυνο» ή να σε πλακώσουν στο ξύλο ή να σε στολίσουν με κάθε λογής υβριστικό επίθετο (του στυλ «τι κοιτάς ρε μαλακισμένο;»). Το άλλο πράγμα που σου έκανε εντύπωση ήταν εκείνα τα μυτερά και σουβλερά κάγκελα που περιστοίχιζαν το κτίριο και που ενώ υποτίθεται ότι λειτουργούσαν ως το φυσικό διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο προαύλιο και τους εσωτερικούς χώρους του σχολείου και τον έξω κόσμο, κατάφερναν εν τέλει να περάσουν την εικόνα ότι το κτίριο που υποτίθεται ότι προστάτευαν περισσότερο λειτουργούσε ως φυλακή βαρυποινιτών εγκληματιών παρά ως σχολείο. Σε μερικά από αυτά τα κάγκελα, μάλιστα, είχες δει αρκετές φορές να είναι καρφωμένα και σκισμένα ή μισοκαμένα βιβλία. Αν μην τι άλλο όταν έβλεπες ότι η δίψα για μάθηση ήταν διάχυτη σε αυτό το κτίριο φανταζόσουν τι συνέβαινε με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες όσων κατοικοέδρευαν σε αυτό.

Πέραν όμως αυτών των εντυπώσεων, οι οποίες κάθε μέρα που περνούσε αντιλαμβανόσουν ότι γίνονταν ολοένα και χειρότερες, έπρεπε αναγκαστικά να συμβιβαστείς και με μια σειρά από αλλαγές. Πρώτα απ’ όλα ενώ στο αγαπημένο σου δημοτικό είχες μόλις μια δασκάλα, στο καινούργιο σου σχολείο έπρεπε να κάνεις με τουλάχιστον οκτώ διαφορετικούς δασκάλους, καθένας από τους οποίους ήταν υπεύθυνος για ένα συγκεκριμένο μάθημα ή έστω για μια δέσμη μαθημάτων, και οι οποίοι έφεραν τον κωδικό τίτλο-ονομασία-ιδιότητα του ΚΑΘΗΓΗΤΗ. Καθηγητής είπες; Πραγματικά απορούσες πως ήταν δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να αποκαλούνται έτσι αφού η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών αποτελούσε το χειρότερο παράδειγμα ατόμων που κουβαλούσαν τη νοοτροπία του αργόμισθου, αδιάφορου και απάλευτου δημοσίου υπαλλήλου (με χειρότερο χιούμορ και από το αντίστοιχο του Μάρκου Σεφερλή) που πάθαινε σοκ και φρίκη μονάχα όταν αντίκριζε τον κακό χαμό που γινόταν στην τάξη ή στην καλύτερη των περιπτώσεων όταν διόρθωνε τα γραπτά διαγωνίσματα των τάξεων που είχε αναλάβει. Περιττό να σου πω ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει βρεθεί κανείς για να σου λύσει αυτή την απορία. Η έταιρη αλλαγή σε σχέση με το δημοτικό είχε να κάνει με τις παρέες σου, οι οποίες είχαν γίνει πλέον διαφορετικές. Σε αυτή την αλλαγή είχε συντελέσει αφενός μεν το γεγονός ότι όσα παιδιά ήσασταν μαζί στο δημοτικό είχατε χωριστεί σε διαφορετικές τάξεις αφετέρου δε ότι στο γυμνάσιο και την τάξη σου υπήρχαν πολλά παιδιά από διαφορετικά σχολεία, τα περισσότερα εκ των οποίων σου φαίνονταν κάπως σπαστικά.

Και ενώ σου πήρε κάποιο διάστημα έως ότου προσαρμοστείς στα νέα δεδομένα του νέου σου σχολικού σου περιβάλλοντος τον πρώτο χρόνο του γυμνασίου κατάφερες (έστω και από κεκτημένη ταχύτητα) να διατηρήσεις την εικόνα του καλού μαθητή που με τόσο κόπο είχες σχηματίσει. Από κει και πέρα όμως τα δυο επόμενα χρόνια τα φώτα έσβησαν ξαφνικά. Όχι δεν ήταν η πίεση ή τα εξαντλητικά ωράρια ανάμεσα στο σχολείο και τι ξένες γλώσσες. Όλα αυτά τα είχες συνηθίσει και καθώς μεγάλωνες μεγάλωναν αντίστοιχα και οι αντοχές σου. Αυτό που δεν μπορούσες να αντέξεις και να ανεχτείς ταυτόχρονα ήταν η αδιαφορία. Και όχι οποιαδήποτε αδιαφορία αλλά η αδιαφορία των «καθηγητών» για σένα και την προσωπικότητα σου. Αυτών δηλαδή που αντί να προσπαθήσουν να σε βοηθήσουν να εξελίξεις το μυαλό και τις γνώσεις σου προτίμησαν να παραμείνουν καταδικασμένοι και απαθείς δημόσιοι υπάλληλοι. Ένιωσες ότι αυτή η αδιαφορία συνιστούσε απειλή για τα όνειρα που τόσο καιρό έκανες. Προσπάθησες να την πολεμήσεις. Δεν άντεξες όμως και αναπόφευκτα υπέκυψες. Και αντί να στραφείς σε σκοτεινά και αδιέξοδα μονοπάτια όπως έκαναν πολλά παιδιά που μόλις έμπαιναν στην περίοδο της εφηβείας εσύ όπως πάντα προτίμησες την αγαπημένη σου λύση: να κλειστείς για μια ακόμα φορά στον εαυτό σου. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσες θύμα. Άρχισες να σιχαίνεσαι τους πάντες και τα πάντα ακόμα και τα αγαπημένα σου μαθήματα όπως η ιστορία και η λογοτεχνία. Κάπως έτσι ο καλός μαθητής του πρώτου χρόνου μετατράπηκε τα δυο επόμενα χρόνια σε ένα μέτριο προς κακό μαθητή.

Παρόλα αυτά όσο και αν θέλεις να μην το παραδεχτείς το πέρασμα σου από το γυμνάσιο εκτός από άπειρες σκοτεινές εμπειρίες και στιγμές τρέλας φρόντισε να σου μεταδώσει σημαντικές γνώσεις γύρω από όρους και έννοιες που μέχρι εκείνη την εποχή σου ήταν παντελώς άγνωστες. Ένας από αυτούς τους όρους το περιεχόμενο του οποίου το αγαπημένο σου γυμνάσιο κατάφερε να σου αποσαφηνίσει εντελώς αφορούσε μια και μόνο λέξη: ΚΑΤΑΛΗΨΗ. Μέχρι τότε για αυτή τη λέξη είχες ακούσει και είχες δει μόνο στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης και ποτέ σου δεν πίστεψες ότι θα έφτανε κάποια στιγμή που θα το ζούσες από κοντά. Και όμως αυτή η στιγμή έφτασε στα γυμνασιακά σου χρόνια. Και όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές. Εκείνο που ανέκαθεν σε εντυπωσίαζε κάθε φορά που «οργανωνόταν» μια κατάληψη στο σχολείο σου ήταν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην συμμετέχουν σε αυτή όλα τα «περιθωριακά» στοιχεία του σχολείου: οι Ρωσοπόντιοι, οι κακοί-μετεξεταστέοι μαθητές και όλα τα παιδιά που έβλεπες καθημερινά με το τσιγάρο στο στόμα στις μάντρες και τις τουαλέτες του σχολείου. Μαζί τους συνενώνονταν επίσης αρκετές φορές και οι λεγόμενοι εξωσχολικοί που πολύ απλά γούσταραν να κάνουν φασαρίες και ζημιές. Η πλάκα, το αστείο και το γελοίο της υπόθεσης των καταλήψεων είχε να κάνει συνήθως με τα αιτήματα αυτών που οργάνωναν την κατάληψη. Έλλειψη στα κωλόχαρτα, καμένες και τετράγωνες τυρόπιτες, κομμένες εκδρομές, βρώμικες αίθουσες ήταν μερικά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν οι «οργανωτές». Εσύ, ωστόσο, βλέποντας αυτά αναρωτιόσουν αν αυτοί που συμμετείχαν στις καταλήψεις βαριόντουσαν απλά να πάνε στο σχολείο ή κατά βάθος το μισούσαν γιατί τους είχε στερήσει το δικαίωμα να κάνουν όνειρα για την ζωή τους. Το μόνο σίγουρο πάντως ήταν ότι κάτι σάπιο και αρρωστημένο φώλιαζε εντός των τειχών του σχολείου που όσο περνούσε ο καιρός ολοένα και γιγαντωνόταν.

Ύστερα από τα τρία πιο εφιαλτικά χρόνια της μαθητικής σου σταδιοδρομίας βρέθηκες μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Μπορεί να ένιωθες ανακουφισμένος που μόλις άφησες πίσω σου αυτή την σκοτεινή περίοδο, ωστόσο, ήξερες πολύ καλά ότι έπρεπε οπωσδήποτε να κάνεις μια επιλογή και μάλιστα σύντομα. Ή θα συνέχιζες την πορεία σε κάποιο τεχνικό λύκειο και μια ιδιωτική σχολή τεχνικών επαγγελμάτων ή θα πήγαινες σε αυτό που το νέο εκπαιδευτικό σύστημα είχε ονομάσει ως «ενιαίο λύκειο». Τι ήταν άραγε αυτό το «ενιαίο» λύκειο; Υποτίθεται δηλαδή ότι αυτό ήταν το «κανονικό» λύκειο ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν τα «διαιρεμένα» και «κατακερματισμένα»; Ποτέ σου δεν κατάλαβες. Ήξερες όμως ότι ήταν ο μοναδικός προθάλαμος που μπορούσε να σε οδηγήσει σε αυτό που πάντα επιθυμούσες: το πανεπιστήμιο. Γι’ αυτό ακριβώς και το επέλεξες. Αχ καημένε που να ήξερες τι σε περιμένει! Αφού λοιπόν επέλεξες το «ενιαίο» λύκειο ακούς από δω και από κει ότι σε αυτό επιβιώνουν μόνο οι «καλύτεροι». Περιθώριο για τους κακούς και μέτριους μαθητές πολύ απλά δεν υπήρχε. Συνειδητοποιείς έτσι ότι πρέπει να αφήσεις πίσω σου το σκοτεινό παρελθόν και να ξαναβρείς τον παλιό καλό σου εαυτό. Για να γίνει αυτό πρέπει να ξεσκιστείς στο διάβασμα, να μοχθήσεις, να υποφέρεις και τελικά…να ματώσεις. Αυτή τη φορά είσαι αποφασισμένος.

Την πρώτη σου χρονιά στο «ενιαίο» λύκειο έρχεσαι και πάλι αντιμέτωπος με καινούργια δεδομένα. Ω τι έκπληξη! Δυστυχώς για μια ακόμη φορά είχες την «τύχη» και την «ευλογία» να βρεθείς απέναντι σε «καθηγητές» που κουβαλούσαν αυτή την καταραμένη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που είχες σιχαθεί αρκετά τα προηγούμενα χρόνια. Με μια διαφορά ωστόσο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εν λόγω καθηγητές δεν ήταν μόνο εγκλωβισμένοι από την ίδια την αδυναμία και την εν γένει ανικανότητα τους αλλά και από την διδακτέα-εξεταστέα ύλη που έπρεπε επειγόντως να καλύψουν, γεγονός που τους έκανε να αισθάνονται αγχωμένοι, νευρικοί και μερικές φορές υστερικοί. Διδακτέα και εξεταστέα ύλη. Τι σήμαιναν άραγε αυτές οι τρείς λέξεις; Στην πραγματικότητα δεν συμβόλιζαν τίποτε άλλο από το βάρος που έπρεπε να κουβαλήσουν οι νεανικοί σου ώμοι αργά και σταθερά μέχρι να καταφέρεις να ξεπεράσεις με επιτυχία όλους τους σκοπέλους που σου παρουσιάζονταν ως το τέλος της κάθε χρονιάς. Μονάχα που για να γίνει αυτό έπρεπε να ακολουθήσεις τον τρόπο που σου υποδείκνυε το σύστημα. Τον τρόπο που εδώ και χρόνια απέφευγες όπως ο διάολος το λιβάνι. Την ΠΑΠΑΓΑΛΙΑ. Και το χειρότερο ήταν ότι έπρεπε αναγκαστικά να συμβιβαστείς. Τα χειρότερα όμως δεν σταματούσαν εδώ. Τόσο εύκολα νόμιζες ότι μπορούσες να ξεφύγεις; Προκειμένου λοιπόν να καταφέρεις να καλύψεις τα τεράστια κενά που σου δημιουργούσε η παπαγαλία του σχολείου και να γίνεις ο άριστος μαθητής που επιδίωκες έπρεπε πάσει θυσία να καταφύγεις σε μια άλλη παπαγαλία. Αυτή του φροντιστηρίου. Άλλωστε ήξερες και συ ότι αν και πιο επίπονη σε σχέση με την αντίστοιχη του σχολείου τα αποτελέσματα της ήταν άμεσα και εγγυημένα (;). Παρόλα αυτά η προσφυγή στη λύση του φροντιστηρίου ως μέσο της μελλοντικής εξασφάλισης της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο σε είχε κάνει να διακρίνεις πολύ γρήγορα μια σημαντική αδυναμία του συστήματος: η διακηρυγμένη και πολυδιαφημισμένη δωρεάν όχι μόνο δεν υπήρχε (και ούτε θα υπάρξει ποτέ) αλλά αντιθέτως είχε δώσει τη θέση της σε μια καλοστημένη επιχείρηση υπερπλουτισμού των φροντιστηρίων! Βέβαια στην πορεία θα ανακάλυπτες και άλλες τέτοιες αδυναμίες…

Μπαίνοντας στη δεύτερη τάξη του «ενιαίου» λυκείου και αφού είχε προηγηθεί μια εντατική φροντιστηριακή προετοιμασία (άλλα λεφτά και από κει…) έφτασε η στιγμή να επιλέξεις την κατεύθυνση που ήθελες να ακολουθήσεις, η οποία αργότερα θα επηρέαζε και τις επιλογές για τις σχολές του πανεπιστημίου. Από καιρό είχες διαπιστώσει ότι είχες μια φυσική κλίση προς τα θεωρητικά και φιλολογικά μαθήματα όπου και συγκέντρωνες τους περισσότερους καλούς σου βαθμούς οπότε δεν δυσκολεύτηκες να επιλέξεις την θεωρητική. Για την όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία οι γονείς σου φρόντισαν να σε στείλουν και σε ένα πιο εξειδικευμένο φροντιστήριο όπερ και σήμαινε αυτομάτως περισσότερα και υπέρογκα δίδακτρα και φυσικά περισσότερη πίεση για σένα. Καθώς λοιπόν άρχισαν να αυξάνονται οι απαιτήσεις και η πίεση επάνω σου, έβλεπες να συμβαίνει το ίδιο φαινόμενο και στους υπόλοιπους συμμαθητές σου. Αυτό με τη σειρά του είχε ως άμεση συνέπεια να καλλιεργηθεί (με τις ευλογίες των καθηγητών μάλιστα) ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός ανάμεσα στους μαθητές των τάξεων που εμφάνιζε πολλά κοινά στοιχεία με μια ατελείωτη κούρσα αφηνιασμένων αλόγων προς μια γραμμή τερματισμού που ολοένα και έμοιαζε με επικίνδυνη ψευδαίσθηση.

Επιπλέον, σε αυτό το ιδιότυπο ανταγωνισμό η έννοια της ηθικής έλαμπε δια της απουσίας της! Και πως άλλωστε να μην απουσίαζε η ηθική όταν τακτικές όπως το γλείψιμο αποτελούσαν πολύ συχνά αντικείμενο (βαθμολογικής) επιβράβευσης; Μέσα από αυτόν τον ανηλεή ανταγωνισμό είχαν προκύψει τρείς κατηγορίες μαθητών: οι άριστοι, οι καλοί-μέτριοι και από κει και πέρα το χάος. Στην ουσία όμως όλες αυτές οι κατηγορίες μαθητών είχαν ένα κοινό παρανομαστή. Αποτελούσαν όλες μαζί μια γενιά μαθητών και νέων παιδιών που το νεοσύστατο (τότε) εκπαιδευτικό σύστημα προτίμησε, αντί να καλλιεργήσει τις προσωπικότητες αυτών των παιδιών, να τα μετατρέψει σε καλοκουρδισμένα ρομποτάκια χαράσσοντας επάνω τους μερικά ψυχρά νούμερα που αποτύπωναν τις βαθμολογικές τους επιδόσεις και τροφοδοτώντας τα άγουρα πλην όμως πεινασμένα μυαλά τους με μια εξεταστέα ύλη μερικών εκατοντάδων άχρηστων σελίδων. Παρόλο που ήσουν από τους καλύτερους μαθητές της τάξης σου είχες καταλάβει ότι αυτή η κατάσταση σε επηρέαζε αρνητικά. Και πάλι προσπάθησες να βρεις μια διέξοδο διαφυγής. Αυτή τη φορά το σύστημα είχε φράξει όλες τις διεξόδους. Μια με το εξαντλητικό ωράριο και το τρίπτυχο σχολείο-φροντιστήριο-διάβασμα στο σπίτι και μια με την αδιαφορία των καθηγητών σου δεν ήθελες και πολύ για να νιώσεις εγκλωβισμένος και καταδικασμένος. Μάταια είχες προσπαθήσει να βρεις ένα βιβλίο της προκοπής για να διαβάσεις από τη βιβλιοθήκη του σχολείου (την επονομαζόμενη και ως μικρή ντουλάπα). Αντ’ αυτού το μόνο που υπήρχε ήταν η αυτοβιογραφία του Χίτλερ, την οποία αντί να την είχαν πετάξει από το παράθυρο οι καθηγητές οι σχολείου, μας απαγόρευαν απλά και επιδεικτικά και να την αγγίξουμε και να την διαβάσουμε. Σκέτη φαρσοκωμωδία!!!

Καθώς φτάνεις στην τελευταία τάξη του λυκείου συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι διανύεις την τελευταία σου χρονιά στο σχολείο. Και ενώ κανονικά έπρεπε να χαίρεσαι, ξέρεις βαθειά μέσα σου είναι η χρονιά που ίσως αποδειχτεί η πιο καθοριστική για το μέλλον σου και την ζωή σου και κάπου αρχίζεις να φοβάσαι. Φοβάσαι γιατί ξέρεις ότι πρέπει να δώσεις ότι έχει απομείνει από τον καλύτερο σου εαυτό. Τώρα πια είναι όλα ή τίποτα. Και αυτό γιατί ορθώνεται μπροστά σου η πρόκληση που ακούει στο όνομα Πανελλαδικές εξετάσεις. Οι εξετάσεις που θα σου χαρίσουν την εισαγωγή στις σχολές των ονείρων σου ή θα σε βυθίσουν στα τάρταρα. Όπως πάντα ξεκινάς πολύ καλά τη χρονιά. Άλλωστε είχες γίνει πλέον ένας από τους καλύτερους μαθητές της τάξης σου και της κατεύθυνσης σου. Κάπου όμως στη μέση της χρονιάς κάτι αρχίζει να μην πάει καλά. Το καθημερινό δρομολόγιο σπίτι-σχολείο-σπίτι-φροντιστήριο-σπίτι και τα απανωτά διαγωνίσματα σε έχουν φτάσει στα όρια της υπερκόπωσης. Είσαι εξαντλημένος. Μόνο στις αργίες και τις Κυριακές φροντίζεις να ανασάνεις. Το καλοκουρδισμένο ρομπότ που με τόση μαεστρία είχε δημιουργήσει το σύστημα αρχίζει να χάνει λάδια και ενώ η γραμμή του τερματισμού είναι ακόμα μακριά. Η προσωπική σου ζωή έχει ήδη συρρικνωθεί επικίνδυνα. Μόνη σου παρηγοριά πλέον είναι οι αγαπημένες σου μεταλλοροκιές και η εικόνα των ματιών της κοπέλας από το διπλανό θρανίο που συνεχώς στροβιλίζει στο θολωμένο σου μυαλό. Αραιά και που κάνεις καμιά βόλτα στους ατελείωτους δρόμους στης γειτονιάς σου. Σε μια από αυτές, μάλιστα, ένας αστυνομικός δεν δίστασε να σου κάνει σωματικό έλεγχο επειδή μάλλον στραβομουτσούνιασε που σε είδε να έχεις μακριά μαλλιά, μούσια (είχε χαλάσει το ξυραφάκι γαμώτο) και φουσκωτό μπουφάν. Είχε το θράσος να σε ρωτήσει αν ήσουν Έλληνας. Ευτυχώς είχες επάνω σου την ταυτότητα και κατάφερες να φύγεις σαν κύριος. Αλλιώς το πιθανότερο ήταν να πέρναγες ένα υπέροχο βράδυ στα κρατητήρια. Και μόλις είχες συμπληρώσει τα δεκαεπτά σου. Παρά την σωματική και την ψυχική σου εξάντληση, ωστόσο, κατάφερες να διατηρήσεις την βαθμολογική σου απόδοση σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Βρήκες και την ευκαιρία να χαλαρώσεις λιγάκι στην πενταήμερη του σχολείου όπου έζησες άπειρες στιγμές μαθητικής τρέλας. Ώσπου έφτασε η στιγμή που περίμενες τόσο καιρό. Η πρόκληση της ζωής σου. Οι εξετάσεις με όλη τη σημασία της λέξης. Από δω και πέρα ήξερες ότι τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο. Εσύ δεν θα ήσουν ο ίδιος. Το ταξίδι της μαθητικής σου περιπλάνησης έφτανε πια στο τέλος του. Η αλήθεια είναι ότι είχες προετοιμαστεί αρκετά καλά. Είχες φροντίσει, εξάλλου, να μάθεις σχεδόν απέξω και ανακατωτά όλη την εξεταστέα ύλη καθώς και να σκίσεις από τα βιβλία σου όλες τις εκτός ύλης «άχρηστες» και «περιττές» σελίδες κάνοντας τα να μοιάζουν με φάκελους σημειώσεων. Το θέμα όμως ήταν κατά πόσο θα μπορούσες να αντέξεις επί ένα μήνα και κάτι όλη αυτή την τεράστια πίεση που είχε συσσωρευτεί σο θολωμένο σου μυαλό. Αυτό ήταν ακριβώς που φοβόσουν περισσότερο.

Τις πρώτες μέρες των εξετάσεων κατάφερες να βγάλεις από το μυαλό σου αυτό το σκοτεινό συναίσθημα και να δείξεις τις πραγματικές σου δυνατότητες γράφοντας πολύ καλά σε όσα μαθήματα έδωσες. Όταν οι εξετάσεις πλησίαζαν προς το τέλος τους και έπρεπε να δώσεις ορισμένα κρίσιμα μαθήματα παθαίνεις ξαφνικά ένα μπλακ-άουτ. Τα γρανάζια της μηχανής σταματούν απότομα. Η πίεση, το άγχος, ο φόβος της αποτυχίας και η σωματική σου εξάντληση από την αϋπνία σε λυγίζουν. Μάταια προσπαθείς να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Εντούτοις καταφέρνεις να γράψεις αξιοπρεπώς στα τελευταία μαθήματα πιάνοντας όμως μια μέτρια απόδοση σε σχέση με τα μέχρι τότε υψηλά στάνταρ. Το τέλος των εξετάσεων σε βρίσκει κατάκοπο και ψυχολογικό ράκος. Περιμένεις πλέον με αγωνία τα αποτελέσματα. Δυστυχώς το μπλακ-άουτ των τελευταίων ημερών σου στοίχισε αρκετά αφού η βαθμολογία σου κυμάνθηκε γενικώς σε μέτρια επίπεδα με κάποιες ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις. Τώρα πια το μόνο που σου απομένει είναι να συμπληρώσεις το μηχανογραφικό σου και να περιμένεις την ανακοίνωση των βάσεων. Ήδη είχε ξεσπάσει ένας άγριος καβγάς με τους γονείς σου για το ποιες σχολές έπρεπε να επιλέξεις. Με τα χίλια ζόρια συμφωνήσατε για την ακριβή σειρά που θα δήλωνες τις υποψήφιες σχολές στο μηχανογραφικό. Και αφού κατέθεσες το μηχανογραφικό σου αντί να περάσεις ένα ήσυχο και ήρεμο καλοκαίρι ήσουν μονίμως μέσα στο άγχος, την αγωνία και την ανασφάλεια. Μάλλον πρέπει να πέρασες το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής σου. Τουλάχιστον πέρασε σχετικά γρήγορα. Ήρθε πια η ώρα να αντιμετωπίσεις (ξανά) την πραγματικότητα. Δεν μπορούσες όμως με τίποτα την αγωνία και την ανασφάλεια που είχαν φωλιάσει για τα καλά μέσα στην καρδιά σου. Τελικά δεν πέρασες σε κάποια από τις δυο πρώτες σχολές που είχες δηλώσει. Αντιθέτως είχες περάσει σε αυτήν που είχες δηλώσει ως Τρίτη, κάτι που δεν άρεσε και πολύ στους γονείς σου. Αρχικά σου πέρασε από το μυαλό η σκέψη να ξαναδώσεις του χρόνου πάλι πανελλαδικές αλλά γρήγορα απέκλεισες το ενδεχόμενο αυτό ενθυμούμενος το μαρτύριο από το οποίο είχες μόλις βγει ζωντανός αλλά ψυχολογικά πληγωμένος. Έτσι αποφάσισες να συνεχίσεις.

Κατά βάθος ήσουν χαρούμενος. Είχες περάσει σε σχολή που βρισκόταν μέσα στην αγαπημένη σου πόλη την ίδια στιγμή που οι περισσότεροι φίλοι σου είχαν μπει σε επαρχιακές σχολές και υπολόγιζαν από τώρα τα μελλοντικά τους έξοδα. Εκείνο που σε χαροποιούσε πιο πολύ ήταν ότι είχες πραγματοποιήσει επιτέλους το όνειρο που επιδίωκες εδώ και χρόνια: να μπεις στο πανεπιστήμιο. Ήσουν και με τη βούλα φοιτητής. Ήξερες ότι τα καλύτερα χρόνια της ζωής σου θα τα περνούσες ως φοιτητής και ότι θα άφηνες πίσω σου το σκοτεινό παρελθόν που σε κυνηγούσε. Ανυπομονούσες να γνωρίσεις από κοντά το καινούργιο σου περιβάλλον. Γι’ αυτό λοιπόν έσπευσες να κάνεις την εγγραφή σου και να ρίξεις τις πρώτες σου κατατοπιστικές ματιές στο κτίριο όπου γίνονταν τα μαθήματα. Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη εντύπωση που σου προξένησε ήταν ολίγον απογοητευτική. Ενώ είχες την αίσθηση ότι γενικά το κτίριο ενός πανεπιστημίου επρόκειτο για ένα κτίριο που διακρινόταν για την καθαριότητα και την νεοκλασική σχεδίαση του, αυτό που αντίκρισες εντούτοις στο κέντρο της Αθήνας ήταν απλά ένα βρώμικο και διατηρητέο οικοδόμημα. Και όχι μόνο αυτό αλλά το συγκεκριμένο οικοδόμημα ήταν καλυμμένο απ’ άκρη σε άκρη είτε με αφίσες και πανό των διάφορων πολιτικοφοιτητικών παρατάξεων είτε με γραμμένα συνθήματα επιφανών αντιεξουσιαστικών ομάδων στους τοίχους και τα αγάλματα! Αυτό θα πει νεοκλασική σχεδίαση. Παρόλα αυτά όσο περνούσε ο καιρός συνήθιζες ολοένα και περισσότερο αυτή την εικόνα. Από τη στιγμή μάλιστα που φρόντισες να κάνεις αρκετές παρέες και να πηγαίνετε συνέχεια για καφές πριν ή μετά το μάθημα στα πέριξ της σχολής έπαψε πλέον να σε απασχολεί εντελώς.

Δύο (όπως πάντα) ήταν τα πράγματα που σου έμειναν χαραγμένα στη μνήμη από την πανεπιστημιακή σου διαδρομή. Το ένα από αυτά είχε να κάνει με τους καθηγητές. Ομολογουμένως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή σου που είχες απέναντι σου κανονικούς καθηγητές. Και καθηγητές με όλη τη σημασία της λέξης. Φυσικά, όπως συμβαίνει ακόμα και στα καλύτερα σπίτια, όλο και υπήρχαν κάποιοι καθηγητές που είτε ήταν φοβερά σπαστικοί, νευρικοί και ισχυρογνώμονες είτε λόγω της θέσης και της ιδιότητας τους είχαν καβαλήσει εντελώς το καλάμι για να καταφέρεις να περάσεις το μάθημα τους (έστω και με το ηρωικό πεντάρι) έπρεπε ή να κάνεις εξάμηνη νηστεία, καθημερινές προσευχές και λιτανείες μπας και σε βοηθούσε ο καλός Θεούλης ή να μεταμορφωθείς σε μοντέλο με εκρηκτικές αναλογίες και θεληματική ματιά-τσαχπινιά. Σε καμία περίπτωση όμως ακόμα και αυτού ου είδους οι καθηγητές δεν ήταν δυνατόν να συγκριθούν με τους αντίστοιχους που συνάντησες τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο λύκειο και οι περισσότεροι εκ των οποίων έμοιαζαν με αργόμισθους δημόσιους υπαλλήλους παρά με καθηγητές. Συν τοις άλλοις η συγκεκριμένη ομάδα των «σπαστικών» καθηγητών αποτελούσε μονάχα μια μειοψηφία ανάμεσα στο γενικό σύνολο των καθηγητών, το οποίο διακρινόταν συνήθως για το ήθος, την ευστροφία, την ηρεμία, την αμεροληψία και πάνω απ’ όλα για τη μεταδοτικότητα του προς τους φοιτητές. Το στοιχείο της μεταδοτικότητας, εξάλλου, ήταν πάντοτε αυτό που πρόσεχες και σου άρεσε στους καθηγητές. Και ήσουν πραγματικά χαρούμενος που έστω και με καθυστέρηση κάποιων ετών το βρήκες στο πανεπιστήμιο. Το μόνο πράγμα που σου την έδινε πραγματικά σε όλους σχεδόν τους καθηγητές που συνάντησες και το οποίο αποτελεί παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας ήταν ο κομματικός τους χρωματισμός. Ένας χρωματισμός που ήταν συνήθως διάχυτος στα συγγράμματα τους (τα οποία ήσουν υποχρεωμένος να τα μελετήσεις ως διδακτές ύλη) και που καλλιεργούσε αρκετές φορές εστίες αντιπαράθεσης με συναδέλφους του ίδιου γνωστικού αντικειμένου και πεδίου.

Από την άλλη πλευρά, ένα ακόμη πράγμα που όσα χρόνια και αν περάσουν δεν πρόκειται ποτέ να βγει από το μυαλό σου ήταν η παρωδία που άκουγε στο όνομα φοιτητικές εκλογές. Πραγματικά ήταν τόσο γελοίο μα και τόσο αστείο το όλο σκηνικό που έπρεπε να το δεις με τα μάτια σου για να το πιστέψεις! Αν το καλοσκεφτόσουν όμως θα αντιλαμβανόσουν ότι στην ουσία επρόκειτο για μια μικρογραφία των βουλευτικών εκλογών. Η περισσότερη πλάκα, όπως συνήθως συμβαίνεις σε ανάλογες περιστάσεις έπεφτε πάντα την ημέρα των «εκλογών». Ήταν τότε που στις διάφορες εισόδους του πανεπιστημίου είχαν παραταχθεί στη σειρά σαν άρματα μάχης τα διάφορα τραπεζάκια-πάγκοι όπου καθόντουσαν αραχτά τα «μέλη» όλων των παρατάξεων έχοντας φροντίσει πρώτα να τοιχοκολλήσουν αρκετές αφίσες και να πετάξουν αρκετό χαρτομάνι σε όλους τους χώρους του πανεπιστημίου πλην των αιθουσών όπου μπορούσε κανείς να ψηφίσει (και να ρίξουν καμιά ψιλή και κανά μπινελίκι ο ένας στον άλλο έτσι για να ανάψουν λίγο τα αίματα) και προσπαθώντας με τον δικό τους ανεπανάληπτο τρόπο να «προσεγγίσουν» κάθε φοιτητή που πλησίαζε στις αίθουσες των ψηφοφοριών. Εκτός όμως από τα τραπεζάκια όπου καθόντουσαν οι δεσποινίδες-μέλη των παρατάξεων έχοντας κολλημένα επάνω τους τα σήματα αυτών (εσύ πρόσεχες μόνο όσες φορούσαν μίνι και ντεκολτέ) υπήρχαν διάσπαρτα και κάτι τεράστια ηχεία όπου έπαιζαν στη διαπασών τις μουσικές απόψεις-προτιμήσεις των παρατάξεων δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο την ατμόσφαιρα ενός kitsch club. Έτσι λοιπόν από τη μια έπαιζαν τα χιτάκια του Πλούταρχου και της Βανδή και από την άλλη άκουγες τις ροκιές των Deep Purple και του Παπακωνσταντίνου (μας είχε φάει και το Another Brick in the Wall λες και οι Pink Floyd είχαν κυκλοφορήσει μόνο αυτό). Εσύ μονάχα δυο φορές όλες και όλες είχες πάει να ψηφίσεις. Οι γονείς σου μάλιστα σε είχαν πρήξει όχι μόνο να πας να ψηφίσεις αλλά να μπεις και σε κάποια παράταξη (επειδή και καλά μόνο έτσι θα έβρισκες δουλειά στο μέλλον) αλλά δεν ήθελες με τίποτα. Εξάλλου, είχε μπει στο πανεπιστήμιο για να κάνεις γνωριμίες και να τελειώνεις γρήγορα με τα μαθήματα και όχι για να ασχολείσαι με ανοησίες.

Κατά τ’ άλλα την εποχή που ήσουν φοιτητής σου δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία να γνωρίσεις και να παρατηρήσεις τον πραγματικό έξω κόσμο όντας απαλλαγμένος πια από το άγχος και τα βάσανα του μικρόκοσμου του σχολείου και έχοντας σιχαθεί την υποτιθέμενη αλήθεια που σου σέρβιρε στο πιάτο η τηλεόραση. Βγήκες έξω. Και μόνος και με τους φίλους σου. Αρκετές φορές. Παρατήρησες τους ανθρώπους. Κοίταξες τα πρόσωπα τους. Είδες πως πάλευαν καθημερινά άλλοι να ζήσουν απλά αξιοπρεπώς και άλλοι να γίνουν βασιλιάδες φορώντας ψεύτικες και κολακευτικές μάσκες και φανταχτερά στέμματα σ’ ένα κόσμο που ήταν βουτηγμένος μέσα στην σκληρότητα, την αδικία, την απληστία και την απανθρωπιά. Ήταν τότε που πίστευες ότι θα μπορούσες να αλλάξεις αυτόν τον άθλιο κόσμο. Ήταν τότε ακόμα που δεν σου είχαν κοπεί τα φτερά και μπορούσες να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις. Η γνωριμία σου με τον έξω κόσμο περιλάμβανε μεταξύ άλλων και την ανεύρεση εργασίας. Ήδη από το τρίτο έτος είχες ξεκινήσει να ψάχνεσαι για μια πρόχειρη δουλειά ίσα ίσα για να έβγαζες το χαρτζιλίκι σου και η αλήθεια είναι ότι κατάφερες μονάχα να εργαστείς κάποιους μήνες ως βοηθός σερβιτόρου σε μια καφετέρια κοντά στη σχολή. Για αρχή δεν ήταν κι άσχημα. Εξάλλου, περίμενες ότι όταν με το καλό έπαιρνες το πτυχίο σου θα έβρισκες μια κανονική δουλειά όπου δεν θα υπήρχε η διαρκής εκμετάλλευση και η υποτίμηση που βίωσες στην καφετέρια.

Και όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή διαρκούν ελάχιστα έτσι και κάποτε θα έφτανε και η στιγμή που θα έπρεπε να τελειώσεις το πανεπιστήμιο. Πάλι καλά που κατάφερες να το κάνεις just στα τέσσερα χρόνια με τα τόσα μαθήματα που χρώσταγες στο τρίτο έτος είτε από τη βαρεμάρα σου είτε από το χρόνο που σου έτρωγε η δουλειά και ταυτόχρονα να βγάλεις έναν πολύ καλό γενικό μέσο όρο. Χωρίς αμφιβολία αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν τα καλύτερα της ζωής σου. Ήσουν λυπημένος που έπρεπε να τελειώσεις. Ωστόσο, δεν ξεχνούσες το γεγονός ότι το πανεπιστήμιο σε έκανε όχι μόνο πιο ώριμο άνθρωπο αλλά σου χάρισε και τη δυνατότητα να γίνεις κάτι που επιθυμούσες εδώ και καιρό. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ. Παράλληλα άρχισες να προβληματίζεσαι για μέλλον σου. Είχε φτάσει άλλωστε η ώρα που έπρεπε να το κάνεις. Στην ορκωμοσία σου ως πτυχιούχος επιστήμονας εκείνη την ηλιόλουστη πλην όμως ασυνήθιστα κρύα φθινοπωρινή μέρα του Οκτώβρη τρεις ήταν οι λέξεις που ήταν καρφωμένες συνεχώς στο μυαλό σου. Και τώρα τι; Ομολογουμένως ήταν ένα βασανιστικό ερώτημα. Και ήταν βασανιστικό διότι δεν ήσουν προετοιμασμένος να δώσεις σε αυτό μια σαφή απάντηση. Το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να δώσεις μια αναβολή σε αυτό. Μια αναβολή για να διακόψεις μια άλλη αναβολή. Αυτή του στρατού. Δεν είχες άλλη επιλογή. Έπρεπε επιτέλους να τελειώνεις με αυτή την υπόθεση. Που να ήξερες όμως ότι θα πέταγες στην ουσία ένα χρόνο από τη ζωή σου στα σκουπίδια; Που να ήξερες ότι κάθε μέρα που περνούσε θα έτρωγες στη μάπα τον κάθε απάλευτο αξιωματικό που θα ξέσπαγε πάνω σου για τη μίζερη ζωή στην οποία είχε επιλέξει να εγκλωβιστεί; Που να ήξερες ότι θα υποβιβαζόσουν ξαφνικά σε άνθρωπο β’ κατηγορίας; Και όμως όλα αυτά τα έμαθες μέσα σε ένα μόλις χρόνο. Μετρώντας μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο της κάθε μέρας που περνούσε. Κάπως έτσι ήταν η στρατιωτική θητεία σου που υποτίθεται ότι θα σε έκανε «άντρα».

Μετά τον στρατό ήρθε η ώρα να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου. Έπρεπε πια να δώσεις απαντήσεις στον εαυτό σου και τα όνειρα σου. Στην αρχή ήσουν αισιόδοξος. Πίστευες ότι θα έβρισκες επιτέλους τον δρόμο σου. Ήθελες να συνεχίσεις κατά βάθος τις σπουδές σου αλλά ήξερες ότι έπρεπε πρώτα να βρεις μια καλή δουλειά. Για πόσο ακόμα θα έτρωγες τα λεφτά των γονιών σου; Το μόνο που κατάφερες πάλι ήταν να βρεις μια πρόχειρη δουλειά. Η εκμετάλλευση και η υποβάθμιση που είχες βιώσει στο πετσί σου ως φοιτητής ήταν ακόμα εκεί. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχαν φύγει. Αντιθέτως τώρα πια μέχρι και ο μισθός σου είχε υποβαθμισθεί. Αδυνατούσες να πιστέψεις ότι αυτό που ζούσες δεν ήταν ψέμα. Αδυνατούσες να πιστέψεις ότι συνέβαιναν σε σένα όλα αυτά. Δυστυχώς ήταν πραγματικότητα. Μην αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση εγκατέλειψες τη δουλειά όπου ήσουν. Πίστευες μέσα σου ότι μπορούσες να βρεις κάτι καλύτερο. Όσο όμως περνούσε ο καιρός αυτό το καλύτερο δεν ερχόταν. Μοιραία άρχισες να απελπίζεσαι. Δεν απελπιζόσουν μόνο επειδή δεν έβρισκες μια δουλειά της προκοπής αλλά και από τον κόσμο που έβλεπες να απλώνεται τριγύρω σου. Θυμάσαι κάποτε που πίστευες ότι μπορούσες να αλλάξεις αυτό τον κόσμο που ήταν βουτηγμένος μέσα στην αδικία, την μιζέρια και την απανθρωπιά; Ε λοιπόν ήσουν γελασμένος! Πως ήταν δυνατόν εσύ το μικρό τίποτα να αλλάξεις ένα κόσμο που όχι μόνο δεν είχε καμία διάθεση να αλλάξει αλλά αντ’ αυτού οδεύει προς την καταστροφή; Και πως ήταν δυνατόν να πιστεύεις ότι μπορούσες να το πετύχεις αυτό όταν η ίδια σου η χώρα, η πατρίδα σου σε έχει ξεγράψει από τη στιγμή που τόλμησες και γεννήθηκες σε αυτήν; Όταν φρόντισε από μικρό παιδί να σε μετατρέψει σε πειραματόζωο και να σε μάθει να ζεις μόνο με ψεύτικες ελπίδες για να σου παίρνει τα λεφτά και τις ψήφους σου; Όταν σου έχει κόψει τα φτερά σου και έχει ασελγήσει πάνω στα καλύτερα σου όνειρα; Μα καλά τόσο ηλίθιος ήσουν επιτέλους; Τώρα πια δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Το μοναδικό που σου απέμεινε πια είναι να τρέχεις στα ταμεία του ΟΑΕΔ μπας και οι ξινισμένοι καρεκλοκένταυροι φιλοτιμηθούν να σε βοηθήσουν να βρεις καμιά δουλειά και να πετάς τα τελευταία σου λεφτά σε εφημερίδες με την ονομασία «χρυσή ευκαιρία» (τι ειρωνικός τίτλος!). Κοίτα που κατάντησες. Αρνείσαι μέχρι και να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη. Ακόμα και έτσι όμως ελπίζεις ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ίσως μάταια. Πάντα πίστευες ότι αν ήσουν πρόθυμος να σταθείς τυχερός, τότε η τύχη θα ήταν πρόθυμη να σου προσφέρει μια ευκαιρία. Μέχρι όμως η τύχη να σου προσφέρει αυτή την ευκαιρία και μέχρι η ελπίδα να πεθάνει όπως πάντα τελευταία δεν πρόκειται να πάψεις να σιγοτραγουδάς τους στίχους ενός τραγουδιού που δεν λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό σου:

«Ο κύβος ερίφθη και πια δεν υπάρχει διαφυγή,

Έπαιξα και έχασα και άλλη δεν έχω επιλογή.

Ο κύβος ερίφθη και ανήκω στη βήτα διαλογή,

Όλα τελειώσανε και άξια παίρνω ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ»


Δεν υπάρχουν σχόλια: